Το φάρμακο Nilotinib της Novartis λαμβάνει έγκριση από την ΕΕ να συμπεριληφθούν τα δεδομένα Ύφεσης χωρίς Θεραπευτική Αγωγή (TFR) στην ένδειξη του προϊόντος

novartis_ new logo

Το nilotinib είναι ο πρώτος και ο μοναδικός αναστολέας της τυροσινικής κινάσης (TKI) που περιλαμβάνει πληροφορίες για τη διακοπή της θεραπείας στους ασθενείς με Ph+ Χρόνια μυελογενή λευχαιμία σε χρόνια φάση στην εγκεκριμένη περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος στην ΕΕ.

 

Αθήνα, Ιούλιος 2017 Η Νovartis ανακοίνωσε σήμερα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την εισαγωγή των δεδομένων Ύφεσης χωρίς Φαρμακευτική Αγωγή (TFR) στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ) του nilotinib. Η TFR είναι η δυνατότητα διατήρησης της μοριακής ανταπόκρισης (MR) μετά τη διακοπή της θεραπείας με αναστολέα της τυροσινικής κινάσης (TKI) στους ασθενείς με θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+) χρόνια μυελογενή λευχαιμία (ΧΜΛ) χρόνιας φάσης (CP)1. Αυτό είναι ένα σημαντικό ορόσημο για την κοινότητα της Ph+ ΧΜΛ, καθώς το nilotinib είναι τώρα ο πρώτος και ο μοναδικός TKI που περιλαμβάνει πληροφορίες για την TFR στην ένδειξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

 

«Εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια, η Novartis δεσμεύεται για τη βελτίωση της θεραπείας στην Ph+ ΧΜΛ», δήλωσε ο Bruno Strigini, CEO της Novartis Oncology. «Με αυτή την έγκριση από την ΕΕ, χαιρόμαστε πολύ που τα αποτελέσματα από δύο μελέτες του μεγάλου μας διεθνούς προγράμματος κλινικών δοκιμών για την Ph+ ΧΜΛ, τις ENESTfreedom και ENESTop, οι οποίες αξιολογούν τη διακοπή του nilotinib, παρέχουν σήμερα στους ιατρούς σημαντικές κλινικές πληροφορίες για τη διακοπή της θεραπείας σε ορισμένους ασθενείς».

 

Η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βασίστηκε στα ευρήματα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας από τις αναλύσεις δύο δοκιμών ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 48 εβδομάδων των ENESTfreedom και ENESTop, οι οποίες έδειξαν ότι πάνω από το 50% των ασθενών με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης που πληρούσαν τα αυστηρά προκαθορισμένα κριτήρια ανταπόκρισης των δοκιμών κατάφεραν να διατηρήσουν την TFR μετά τη διακοπή του nilotinib, είτε αυτό χορηγήθηκε ως θεραπεία πρώτης γραμμής, είτε χορηγήθηκε έπειτα από αρχική αγωγή με imatinib 2,3. Σε αυτές τις μελέτες, στις αναλύσεις διάρκειας 48 εβδομάδων που διενεργήθηκαν στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με το nilotinib, δεν παρατηρήθηκαν νέα σημαντικά ευρήματα ως προς την ασφάλεια πέραν αυτών στο γνωστό προφίλ ασφάλειας του nilotinib 2,3.

 

Ένα σημαντικό μέρος των δοκιμών ENESTfreedom και ENESTop ήταν η τακτική και συχνή μοριακή παρακολούθηση των επιπέδων της πρωτεΐνης BCR-ABL με μια αξιόπιστη διαδικασία, ικανή να μετρήσει τα επίπεδα μεταγραφής της BCR-ABL σε βάθος MR4,5 (Διεθνής Κλίμακα BCR-ABL1 [IS] ≤ 0,0032%). Η συχνή παρακολούθηση των ασθενών μετά τη διακοπή του nilotinib επιτρέπει τον έγκαιρο προσδιορισμό της απώλειας της MR4,0 (BCR-ABL1 IS ≤ 0.01%) και της μείζονος μοριακής ανταπόκρισης (MMR· BCR-ABL1 IS ≤ 0,1%), καθώς και της ανάγκης για επανέναρξη της θεραπείας2,3.

 

Σχετικά με την Ph+ ΧΜΛ

Η ΧΜΛ είναι ένας τύπος καρκίνου στον οποίο το σώμα παράγει καρκινώδη λευκά αιμοσφαίρια. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς με ΧΜΛ διαθέτουν μια ανωμαλία που είναι γνωστή ως χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας, η οποία παράγει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται BCR-ABL. Η BCR-ABL προκαλεί τον πολλαπλασιασμό των κακοήθων λευκών αιμοσφαιρίων. Παγκοσμίως, η ΧΜΛ ευθύνεται για περίπου 10% έως 15% όλων των περιστατικών λευχαιμίας στους ενήλικες, με επίπτωση ενός ή δύο περιστατικών ανά 100.000 ανθρώπους κατ’ έτος4.

 

Η δέσμευση της Novartis για τη ΧΜΛ

Τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα της Novartis στο πεδίο της Ph+ ΧΜΛ βοήθησε στο να μετατραπεί η νόσος από μια θανατηφόρα μορφή λευχαιμίας σε μια χρόνια πάθηση στους περισσότερους ασθενείς και σήμερα η εταιρεία συνεχίζει τη μακροχρόνια δέσμευσή της προς την παγκόσμια κοινότητα της ΧΜΛ. Η Novartis ακολουθεί την εξέλιξη της επιστήμης και αξιοποιεί τα υπάρχοντα στοιχεία στην προσπάθειά της να διερευνήσει τι θα μπορούσε να συμβάλλει καθοριστικά στο μέλλον στη θεραπεία της Ph+ ΧΜΛ. Η εταιρεία αξιολογεί περισσότερους από 1.000 ασθενείς στο πλαίσιο των μελετών για την TFR με το nilotinib, οι οποίες περιλαμβάνουν την ENESTfreedom και την ENESTop. Επίσης χρηματοδοτεί δύο επιπλέον τρέχουσες μελέτες για την TFR καθώς και πολλές μελέτες που προτείνονται από ερευνητές ενώ αξιολογεί υπό έρευνα ενώσεις.

 

Σχετικά με την ENESTfreedom

Η ENESTfreedom (Αξιολόγηση της Αποτελεσματικότητας και της Ασφαλείας της Νιλοτινίμπης σε Κλινικές Δοκιμές – Παρακολούθηση της Ανταπόκρισης σε Νεοδιαγνωσθέντες Ασθενείς με ΧΜΛ Χρόνιας Φάσης) είναι μια ανοικτής επισήμανσης μελέτη Φάσης ΙΙ που αφορά 215 ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης και διεξάγεται σε 132 κέντρα σε 19 χώρες. Η δοκιμή αξιολόγησε τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής σε 190 ενήλικες με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης, αφού οι ασθενείς είχαν επιτύχει ανταπόκριση MR4,5 με το nilotinib και παρατεταμένη βαθιά μοριακή ανταπόκριση διάρκειας ενός έτους ως αγωγή πρώτης γραμμής.

 

Τα αποτελέσματα από τη μελέτη ENESTfreedom έδειξαν ότι περισσότεροι από τους μισούς (51,6%) των 190 ασθενών με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης στη δοκιμή (διάστημα εμπιστοσύνης [CI] 95%: 44,2%-58,9%) κατάφεραν να διακόψουν την αγωγή τους και να παραμείνουν σε κατάσταση TFR στην ανάλυση διάρκειας 48 εβδομάδων. Η ENESTfreedom δεν πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό της σημείο, δηλ. το ποσοστό ασθενών σε μείζονα μοριακή ανταπόκριση στις 48 εβδομάδες στη φάση της TFR, σύμφωνα με την αρχική στατιστική υπόθεση ότι το κατώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95% θα ισούται με ή θα είναι μεγαλύτερο από 50%. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας σε αυτή τη δοκιμή ήταν 3,6 έτη.

 

Στην ENESTfreedom, 24,7% των ασθενών εμφάνισαν μυοσκελετικό άλγος κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της φάσης της TFR, έναντι ποσοστού 16,3% κατά το διάστημα που λάμβαναν ακόμη nilotinib στη φάση εδραίωσης ενός έτους. Κανένας ασθενής δεν εμφάνισε εξέλιξη στην προχωρημένη φάση/σε βλαστική κρίση στη μελέτη.

 

Σχετικά με την ENESTop

Η ENESTop (Δοκιμή Αξιολόγησης της Αποτελεσματικότητας και της Ασφαλείας της Νιλοτινίμπης) είναι μια ανοικτής επισήμανσης μελέτη Φάσης ΙΙ που αφορά 163 ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης και διεξάγεται σε 63 κέντρα σε 18 χώρες. Η δοκιμή αξιολόγησε τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής σε 126 ενήλικες με Ph+ ΧΜΛ χρόνιας φάσης, αφού είχαν πετύχει και διατηρήσει βαθιά μοριακή ανταπόκριση στη διάρκεια ενός έτους θεραπείας με το nilotinib έπειτα από αγωγή με το imatinib.

 

Η ENESTop έδειξε ότι σχεδόν 6 στους 10 (57,9%) ασθενείς στη δοκιμή (διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 48,8%-66,7%) διατήρησαν μοριακή ανταπόκριση στο διάστημα 48 εβδομάδων έπειτα από τη διακοπή της θεραπείας. Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό της σημείο ως προς το ποσοστό ασθενών χωρίς επιβεβαιωμένη απώλεια MR4,0 ή MMR εντός 48 εβδομάδων από τη διακοπή της αγωγής με nilotinib στη φάση της TFR.

 

Στην ENESTop, τα ποσοστά μυοσκελετικού άλγους όλων των βαθμών ήταν 42,1% κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της φάσης της TFR, έναντι ποσοστού 14,3% κατά το διάστημα που οι ασθενείς λάμβαναν ακόμη nilotinib στη φάση εδραίωσης. Κανένας ασθενής δεν εμφάνισε εξέλιξη στην προχωρημένη φάση/σε βλαστική κρίση στη μελέτη.

 

Σχετικά με το nilotinib

Το nilotinib έχει λάβει έγκριση σε περισσότερες από 122 χώρες για τη θεραπεία της θετικής στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας (Ph+ ΧΜΛ) σε χρόνια ή επιταχυνόμενη φάση σε ενήλικες ασθενείς με ανθεκτικότητα ή μη ανοχή σε τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένου του imatinib και σε περισσότερες από 110 χώρες για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάση.

 

ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΟΤΙ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ CONTOUR® ΠΛΗΡΟΥΝ ΤΙΣ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ EN ISO 15197:2015

Ascencia

ΟΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ ΤΙΘΟΝΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΣΕ ΙΣΧΥ

ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

ΑΠΟ ΤΙΣ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ, ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

Αθήνα, 10 Ιούλιου 2017 – Μελέτες έχουν αποδείξει ότι όλο το χαρτοφυλάκιο προϊόντων επόμενης γενιάς CONTOUR® NEXT (συμπεριλαμβάνονται οι μετρητές CONTOUR®XT, CONTOUR® NEXT, CONTOUR®NEXT LINK, CONTOUR®NEXT LINK 2.4, CONTOUR®NEXT USB και ο νέος CONTOUR®NEXT ONE, συμβατοί με τις ταινίες μέτρησης CONTOUR®NEXT)1-3 αλλά και το πρόσφατα βελτιωμένο σύστημα CONTOUR® (Μοντέλο μετρητή CONTOUR® 7220, συμβατό με τις ταινίες μέτρησης CONTOUR®)4, πληρούν τις αυστηρότερες απαιτήσεις ακριβείας EN ISO 15197:2015.5-7

 

Το εναρμονισμένο πρότυπο ακριβείας EN ISO 15197:2015 υιοθετήθηκε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα συστήματα παρακολούθησης γλυκόζης αίματος (BGMS) και τέθηκε σε ισχύ σε ολόκληρη την Ευρώπη από τις 30 Ιουνίου, 2017. Το πρότυπο αυτό καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις ακριβείας που θα πρέπει να πληρούν τα συστήματα παρακολούθησης γλυκόζης αίματος, εφόσον αυτά πρόκειται να κυκλοφορούν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο 2016, με ημερομηνία συμμόρφωσης τις 30 Ιουνίου, 2017.

 

Το νέο εναρμονισμένο πρότυπο, EN ISO 15197:2015, βασίζεται στα διεθνή πρότυπα ISO 15197:2013 για τα BGMS. Από τις 30 Ιουνίου, 2017 και μετά, μόνο οι μετρητές γλυκόζης αίματος, οι ταινίες μέτρησης γλυκόζης αίματος και τα διαλύματα ποιοτικού ελέγχου που πληρούν αυτές τις νέες αυστηρότερες απαιτήσεις ακριβείας μπορούν να συνεχίζουν να διατίθενται στην αγορά, σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Το νέο εναρμονισμένο πρότυπο EN ISO 15197:2015 απαιτεί το 95% των αποτελεσμάτων μέτρησης ενός συστήματος παρακολούθησης γλυκόζης αίματος να είναι εντός ±15mg/dl μιας τιμής αναφοράς, σε συγκεντρώσεις γλυκόζης αίματος <100mg/dL ή εντός ±15%  σε συγκεντρώσεις γλυκόζης αίματος ≥100mg/dL.8 Οι προηγούμενες απαιτήσεις ακριβείας (ISO 15197:2003) απαιτούσαν το 95% των αποτελεσμάτων ενός BGMS να είναι εντός του ±15mg/dL σε συγκεντρώσεις γλυκόζης αίματος <75mg/dl ή εντός ± 20% από τα εργαστηριακά αποτελέσματα σε συγκέντρωση γλυκόζης αίματος ≥75 mg/dL.9

 

«Ως κορυφαία εταιρία φροντίδας για τον διαβήτη, είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που τα πιο αυστηρά πρότυπα ακριβείας EN ISO 15197:2015 είναι πλέον σε ισχύ για τα συστήματα παρακολούθησης γλυκόζης αίματος σε ολόκληρη την Ευρώπη, οπότε και στην Ελλάδα», δήλωσε ο Κωνσταντίνος Νάτσης, Διευθύνων Σύμβουλος της Ascensia Diabetes Care Ελλάδος. «Ως ένα αξιόπιστο μέλος της διαβητικής κοινότητας, παρά το πολύ δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και τις διαρκείς προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στην αγορά αυτή, εργαζόμαστε σκληρά για να διασφαλίσουμε ότι όλα μας τα συστήματα παρακολούθησης γλυκόζης αίματος πληρούν τα διεθνή πρότυπα ακριβείας. Δέσμευσή μας είναι να επιτυγχάνουμε αυτά τα επίπεδα ποιότητας, ώστε να μπορούμε να υποστηρίζουμε και να βοηθούμε τους ανθρώπους να διαχειρίζονται καλύτερα τον διαβήτη τους».

 

Οι ακριβείς και αξιόπιστες μετρήσεις  γλυκόζης αίματος είναι κρίσιμης σημασίας για τους ανθρώπους που ζουν με διαβήτη, καθώς οι πληροφορίες αυτές καθοδηγούν και καθορίζουν τις αποφάσεις τους. Εάν κάποιος θέλει να ελέγξει εάν ο μετρητής και οι ταινίες μέτρησης γλυκόζης αίματος που διαθέτει πληρούν αυτές τις αυστηρότερες απαιτήσεις θα πρέπει να επικοινωνήσει με τον κατασκευαστή ή τον επαγγελματία υγείας ή τον φαρμακοποιό του για περισσότερες πληροφορίες.

Αναφορές:

 

 

 

  1. Yeo S, Goldy A, Warchal-Windham ME. Poster presented at the 56th Annual Meeting of the Japan Diabetes Society (JDS); May 16-18, 2013; Kumamoto, Japan.
  2. Brown D, Pflug B. Poster presented at the 7th International Conference on Advanced Technologies & Treatments for Diabetes (ATTD); February 5-8, 2014; Austria, Vienna.
  3. Bailey et al. Poster presented at the 15th Annual Meeting of the Diabetes Technology Society, October 22-24, 2015, Bethesda, Maryland.
  4. Pleus S et al. Current Medical Research and Opinion, 2016. 32(5):847-55.
  5. Bailey T et al. Clinica Chimica Acta 2015;448:139–45.
  6. Bernstein R et al. J Diabetes Sci Technol. 2013;7(5):1386-99.
  7. Christiansen et al. Poster presented at the 15th Annual Meeting of the Diabetes Technology Society, October 22-24, 2015, Bethesda, Maryland.
  8. ISO 15197:2013 – In Vitro Diagnostic Test Systems — Requirements for Blood-Glucose Monitoring Systems for Self-Testing in Managing Diabetes Mellitus.
  9. ISO 15197:2003 – In Vitro Diagnostic Test Systems — Requirements for Blood-Glucose Monitoring Systems for Self-Testing in Managing Diabetes Mellitus.

 

Νεότερες εξελίξεις στην Γυναικολογία

ITF CORPORATE

Η κολπική χορήγηση εξαιρετικά χαμηλής δόσης οιστριόλης είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της κολπικής ατροφίας, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των γυναικών στην εμμηνόπαυση.

 

Αυτά ήταν τα βασικά μηνύματα  των ομιλητών κατά τη διάρκεια Συνέντευξης Τύπου με αφορμή σχετική επιστημονική εκδήλωση με την συμμετοχή της Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ», με Διευθυντή τον Καθηγητή κύριο Δημήτριο Λουτράδη και χορηγό την εταιρεία ITF Hellas.

 

Το 2020, όπως τόνισε ο καθηγητής κος Λουτράδης,  οι Ελληνίδες γυναίκες στην εμμηνόπαυση θα είναι 2.800.000 (26,6% του πληθυσμού) και το 65-70% των εμμηνοπαυσιακών γυναικών θα παρουσιάσει μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα του ουρογεννητικού συνδρόμου, ενώ στο 50% των γυναικών τα συμπτώματα αυτά επιδρούν αρνητικά στη σεξουαλική ζωή, στην καθημερινή ενασχόληση και στην ποιότητα ζωής τους.

Από αριστερά προς τα δεξιά •Η Λέκτορας Μαιευτικής – Γυναικολογίας κα Μαριάννα Θεοδωρά της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα» •	Καθηγητής κ.Δημήτριος Λουτράδης, Διευθυντής Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών •	 Επικ. Καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας - Ουρογυναικολογίας κος Θεμιστοκλής Γρηγοριάδης, της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα»

Από αριστερά προς τα δεξιά
• Η Λέκτορας Μαιευτικής – Γυναικολογίας κα Μαριάννα Θεοδωρά της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα»
• Καθηγητής κ.Δημήτριος Λουτράδης, Διευθυντής Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
• Επικ. Καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας – Ουρογυναικολογίας κος Θεμιστοκλής Γρηγοριάδης, της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα»

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις συμπτωματικές γυναίκες μόνο το 5-10% θα επισκεφθεί το γυναικολόγο για βοήθεια και θεραπεία, αφού κοινωνικά & θρησκευτικά ταμπού, η αντίληψη ότι η ατροφία είναι αποτέλεσμα της γήρανσης και όχι των ορμονικών μεταβολών της εμμηνόπαυσης, καθώς και η πεποίθηση ότι δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί θεραπευτικά, αποτελούν τροχοπέδη στην αντιμετώπιση ενός εκ των πιο δυσανεκτικών συνδρόμων που θα αντιμετωπίσει η γυναίκα.

 

Τα συνηθέστερα  συμπτώματα της κολπικής ατροφίας, δηλαδή του Ουρογεννητικού Συνδρόμου στην Εμμηνόπαυση, όπως είναι ο ιατρικός όρος, που προτείνει η Α’ Μαιευτική & Γυναικολογική Κλινική ΕΚΠΑ, σύμφωνα με τις προτάσεις επιστημονικών εταιρειών του εξωτερικού, είναι:

 

ΚΟΛΠΟΣ                                                                      ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ξηρότητα                                                                    δυσουρικά ενοχλήματα

Αίσθημα καύσου στο αιδοίο                                      συχνουρία

Πόνος στην σεξ. επαφή                                              νυκτουρία

Κνησμός στο αιδοίο                                                    ακράτεια ούρων

Τοπικός ερεθισμός                                                                 συχνές ουρολοιμώξεις

Δύσοσμη έκκριση

 

Ο ακρογωνιαίος λίθος της αντιμετώπισης των συμπτωμάτων από το ουρογεννητικό σύστημα, είναι η θεραπεία με ενδοκολπική εφαρμογή οιστρογόνων (με αλοιφές, κολπικά δισκία, δακτυλίους σιλικόνης) τόνισε ο Επικ. Καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας – Ουρογυναικολογίας κος Θεμιστοκλής Γρηγοριάδης, της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα».  Τα οιστρογόνα με μικρή δοσολογία αποκαθιστούν σε 3-4 εβδομάδες το κολπικό επιθήλιο (αύξηση των εκκρίσεων και σταδιακά όλες τις ανατομικές δομές με βελτίωση της εναλλαγής του κολλαγόνου, του συνδετικού ιστού και των μυών, με αποτέλεσμα αύξηση της ελαστικότητας του κόλπου και της ουρήθρας και καλύτερη ρύθμιση των διαταραχών της ούρησης).

 

Στη θεραπευτική φαρέτρα μας, συνέχισε ο κος Γρηγοριάδης, υπάρχουν ελάχιστα σκευάσματα οιστρογόνων στη χώρα μας. Τώρα προστίθεται η κολπική οιστριόλη, ένα ασθενές οιστρογόνο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την τοπική θεραπεία της ξηρότητας στην κολπική ατροφία. Η κολπική χορήγηση εξαιρετικά χαμηλής δόσης οιστριόλης, όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της κολπικής ατροφίας, χωρίς παρενέργειες, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των γυναικών στην εμμηνόπαυση. Η αντιμετώπιση με κολπική οιστριόλη πρέπει να αρχίσει το συντομότερο με την εμφάνιση των συμπτωμάτων, επειδή η πορεία του ουρογεννητικού συνδρόμου είναι εξελικτική αλλά αναστρέψιμη.

 

Η λήψη σε καθημερινή βάση πολυβιταμινούχων συμπληρωμάτων διατροφής, συνιστάται σε όλη τη διάρκεια τόσο της εγκυμοσύνης όσο και του θηλασμού, καθώς η κάλυψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών στη σωστή ποσότητα είναι απίθανο να γίνει μόνο μέσω διατροφής.

Διατροφή κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό

Η λήψη σε καθημερινή βάση πολυβιταμινούχων συμπληρωμάτων διατροφής, όπως επεσήμανε η Λέκτορας Μαιευτικής – Γυναικολογίας κα Μαριάννα Θεοδωρά της Α΄ Μαιευτικής – Γυναικολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ, Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα», συνιστάται σε όλη τη διάρκεια τόσο της εγκυμοσύνης όσο και του θηλασμού, καθώς μεταξύ άλλων συμβάλει στη φυσιολογική διαμόρφωση και λειτουργία του πλακούντα και την επαρκή παροχή όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών και του οξυγόνου στο έμβρυο.

Κύριος στόχος είναι η δημιουργία ικανών αποθεμάτων των κατάλληλων θρεπτικών ουσιών για την ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά και την παραγωγή πλούσιου σε θρεπτικά συστατικά μητρικού γάλακτος κατά το θηλασμό (ποιοτικό μητρικό γάλα, με τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, στις σωστές ποσότητες), που είναι απίθανο να γίνει μόνο μέσω διατροφής.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, συνέχισε η κα Θεοδωρά,  μεταβάλλονται οι καθημερινές ανάγκες της γυναίκας σε βιταµίνες και μέταλλα. Η μέλλουσα μητέρα δεν πρέπει απλά να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, αλλά και στις σωστές ποσότητες, καθώς η μητρική διατροφή αποτελεί τη βάση τόσο για μια υγιή κύηση, όσο και για την υγιή ανάπτυξη του νεογνού μέσω του θηλασμού, δεδομένου ότι τα μακρο- & μικροθρεπτικά συστατικά αποτελούν άμεσο ρυθμιστή της σταθερότητας του DNA και επιδρούν στη έκφραση των εμβρυϊκών γονιδίων και των γονιδίων του πλακούντα.

 

Ενώ οι ενεργειακές ανάγκες της εγκύου (που καλύπτονται από τα μακροθρεπτικά συστατικά) είναι μόνο κατά περίπου 10% αυξημένες από ότι πριν την εγκυμοσύνη, οι ανάγκες σε βιταμίνες και μέταλλα (μικροθρεπτικά συστατικά) αυξάνονται σημαντικά. Κατά την περίοδο της γαλουχίας οι ανάγκες συμπλήρωσης διατροφής της μητέρα παραμένουν αυξημένες τόσο για την αναπλήρωση των αποθεμάτων της ίδιας, όσο και για την παραγωγή ποιοτικού μητρικού γάλακτος, το οποίο θα εξασφαλίσει την βέλτιστη ανάπτυξη του νεογνού και την καλύτερη θωράκιση του ανοσοποιητικού του συστήματος. Για το λόγο αυτό οι εγκυμονούσες θα πρέπει να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα της διατροφής, αλλά και στην καθημερινή λήψη ενδεδειγμένων συμπληρωμάτων, όπου αυτό χρειάζεται.

Επιπλέον, σύμφωνα με κλινικές έρευνες, η χορήγηση κατά την κύηση και τον θηλασμό των Ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, όπως αυτά που περιέχονται, μεταξύ των άλλων συστατικών, σε εξειδικευμένα για την κύηση και τη γαλουχία πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής, όπως είναι τα σκευάσματα της οικογένειας Iofolen (Iofolen & Iofolen Lactancia), μπορεί να έχει ευνοϊκές επιδράσεις στην ανάπτυξη των νοητικών λειτουργιών του παιδιού, ενώ ικανή πρόσληψη αυτών μειώνει και τη συχνότητα της επιλόχειας κατάθλιψης.

Τα πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής με εξειδικευμένη σύνθεση, όπως είναι τα Iofolen & Iofolen Lactancia, όταν λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας αντίστοιχα, βοηθούν στην εμβρυϊκή αύξηση και ανάπτυξη, στην καλύτερη έκβαση της κύησης και στη βελτιστοποίηση της υγείας και της ευεξίας της γυναίκας. Τα οφέλη αφορούν τόσο τη μητέρα όσο και το βρέφος (πρόληψη νόσων που συνδέονται με την κύηση, χαμηλότερος κίνδυνος επιπλοκών κατά τον τοκετό, υγιής ανάπτυξη και γέννηση ενός υγιούς,  τελειόμηνου βρέφους).

Επιπρόσθετα, μελέτες έχουν δείξει ότι η χαμηλή πρόσληψη από τη μητέρα βιταμινών και ιχνοστοιχείων κατά τη διάρκεια του θηλασμού, είναι δυνατό να οδηγήσει σε ανεπάρκεια βιταμινών Α, Β1, Β6, C, D και Ε, βιοτίνης, φυλλικού οξέος και ιωδίου στο μωρό της. Η πτωχή διατροφή της μητέρας είναι δυνατό να προκαλέσει μείωση της συγκέντρωσης σημαντικών πρωτεϊνών του μητρικού γάλακτος που προστατεύουν το μωρό από λοιμώξεις. Κλινικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι τα πολυβιταμινούχα συμπληρώματα μπορούν να διασφαλίσουν την παραγωγή μητρικού γάλακτος υψηλής ποιότητας και να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της μητέρας σε θερμίδες και πρωτεΐνες.

 

Η ελλιπής διατροφή κατά την κύηση, επεσήμανε η κα Θεοδωρά, έχει ως αποτέλεσμα τη μη φυσιολογική διαμόρφωση και λειτουργία του πλακούντα και την ανεπαρκή παροχή όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών και του οξυγόνου στο έμβρυο. Οι αρνητικές συνέπειες της ελλιπούς διατροφής συντελούν στην Υπολειπόμενη Ενδομήτρια Ανάπτυξη (IUGR) και εκδηλώνονται βραχυπρόθεσμα αμέσως μετά τη γέννηση, αλλά και μακροπρόθεσμα στην περιγεννητική περίοδο, την παιδική ηλικία και την ενήλικη ζωή.

 

Ως Υπολειπόμενη Ενδομήτρια Ανάπτυξη χαρακτηρίζεται η παθολογική κατάσταση, η οποία δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του εμβρύου, επηρεάζοντας το τελικό αποτέλεσμα της εγκυμοσύνης. Η επίπτωση της Υπολειπόμενης Ενδομήτριας Ανάπτυξης υπολογίζεται περίπου σε 5% στο γενικό πληθυσμό και αποτελεί τη 2η κύρια αιτία περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας ενώ σχετίζεται με υπολειπόμενη ανάπτυξη στην εφηβική και ενήλικη ζωή.

Διατροφικές ελλείψεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και πιθανές επιπτώσεις της έλλειψης.

Συστατικό Έμβρυο
Θερμίδες Πρόωρος τοκετός, χαμηλό βάρος γέννησης
Ωμέγα 3 (DHA) Λιπαρά Οξέα Κίνδυνος αποβολής, χαμηλό βάρος γέννησης, επιλόχειος κατάθλιψη
Πρωτεΐνες Χαμηλό βάρος γέννησης
Σίδηρος Θάνατος εμβρύου, πρόωρος τοκετός, χαμηλό βάρος γέννησης
Ψευδάργυρος Εμβρυακές δυσπλασίες συμπεριλαμβανομένων και των ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα
Ασβέστιο Ελαττωμένη οστική πυκνότητα (σπάνια)
Φυλλικό οξύ Ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα του εμβρύου

 

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μια καινοτόμο θεραπευτική αγωγή στην αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου του πνεύμονα

msd_125

Η εξέταση του βιοδείκτη μπορεί να ταυτοποιήσει τους ασθενείς που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα για επιβίωση από την ανοσοθεραπεία σε σχέση με τις παραδοσιακές θεραπείες

 

Αθήνα, 25/05/2017: Η συμβολή των ανοσο – ογκολογικών θεραπειών στην αντιμετώπιση ασθενών με Μη Μικροκυτταρικό Καρκίνο του Πνεύμονα (ΜΜΚΠ) αναδείχθηκε στο πλαίσιο Συνέντευξης Τύπου που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Ένωσης Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογικής Ανατομικής.

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί πλέον μια καινοτόμο θεραπευτική αγωγή στην αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου του πνεύμονα και μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς εμφανίζουν καλύτερη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου αλλά και σημαντικά αυξημένη συνολική επιβίωση έναντι της χημειοθεραπείας. Επιπλέον η εξέταση του βιοδείκτη PD-L1 στην 1η & 2η γραμμή του ΜΜΚΠ, θα δώσει στους Επαγγελματίες Υγείας την δυνατότητα να επιλέξουν την θεραπεία που είναι καταλληλότερη για κάθε ασθενή.

Την Συνέντευξη Τύπου άνοιξε με χαιρετισμό ο νέος Πρόεδρος της ΕΟΠΕ, Παθολόγος Ογκολόγος κ. Ιωάννης Μπουκοβίνας, ο οποίος χαιρέτησε την έγκριση  καινοτόμων φαρμάκων στην Ελλάδα, παρά την οικονομική κρίση. Οι θεραπείες αυτές – είπε – προσφέρουν σημαντική αύξηση στην επιβίωση σε διάφορες μορφές καρκίνου, αποζημιούμενα με ένα ορθολογικό οικονομικό μοντέλο. Την εκδήλωση χαιρέτησε εξίσου και η κ. Άννα Μπατιστάτου, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογικής Ανατομικής, Καθηγήτρια Παθολογικής Ανατομικής.

MSD170525

Το λόγο στη συνέχεια πήρε η κ. Σοφία Αγγελάκη, Επίκουρος Καθηγήτρια Παθολογικής Ογκολογίας, ΠΑΓΝΗ και Γενικός Γραμματέας ΕΟΠΕ. Όπως ανέφερε, ο καρκίνος του πνεύμονα είναι η κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως. Το 2012 σε όλο τον κόσμο περισσότεροι άνθρωποι πέθαναν από καρκίνο του πνεύμονα από ότι από τον καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού και του προστάτη συνολικά (στοιχεία Globocan 2012). Η ίδια χαρακτήρισε την ανοσοθεραπεία ως ορόσημο και τόνισε ότι η εισαγωγή των στοχεύουσων θεραπειών και η χρήση των βιοδεικτών επέτρεψε την εξατομίκευση της θεραπείας του ΜΜΚΠ σημειώνοντας σημαντική πρόοδο στην θεραπεία του.

Η κ. Έλενα Λινάρδου στην συνέχεια, Αν. Διευθύντρια Α’ Ογκολογικής Κλινικής, Νοσοκομείου «Metropolitan», αναφέρθηκε στις ενδεδειγμένες ανοσοθεραπείες για τη θεραπεία του ΜΜΚΠ, όπου μεταξύ άλλων παρουσίασε στοιχεία μελετών για το pembrolizumab ως θεραπεία 1ης και 2η γραμμής.

Σύμφωνα με την μελέτη KEYNOTE-024, οι ασθενείς με μεταστατικό ΜΜΚΠ που έλαβαν pembrolizumab ως 1ης γραμμής θεραπεία, παρουσίασαν σημαντικό όφελος στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου έναντι της χημειοθεραπείας (10,3 μήνες μέση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου για το pembrolizumab έναντι 6 μηνών για την χημειοθεραπεία, σε ασθενείς με έκφραση του PDL1≥50%). Από την ίδια μελέτη, το pembrolizumab πέτυχε σημαντικό όφελος στην συνολική επιβίωση στην 1η γραμμή θεραπείας του μεταστατικού ΜΜΚΠ έναντι της χημειοθεραπείας, ενώ η ανταπόκριση των ασθενών στη θεραπεία με pembrolizumab ήταν 45% έναντι 28% που ήταν η ανταπόκριση στην χημειοθεραπεία.

Στην 2η γραμμή θεραπείας, η μελέτη KEYNOTE-010 έδειξε σημαντικό όφελος στην συνολική επιβίωση των ασθενών με προχωρημένο ΜΜΚΠ και έκφραση του PDL11% έναντι της χημειοθεραπείας (43% διάμεση συνολική επιβίωση για το pembrolizumab έναντι 35% για την χημειοθεραπεία). Επίσης, τα αποτελέσματα της μελέτης ΚΕΥΝΟΤΕ-010 έδειξαν ανταπόκριση ασθενών σημαντικά μεγαλύτερη σε διάρκεια με το pembrolizumab έναντι της χημειοθεραπείας.

Τέλος, η κα Λινάρδου έκανε ειδική αναφορά στην σημαντικότητα του βιοδείκτη PDL1, παρουσιάζοντας μελέτες που δείχνουν πως οι ασθενείς που εκφράζουν τον συγκεκριμένο βιοδείκτη, έχουν ~4,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να ανταποκριθούν σε θεραπεία 2ης γραμμής του MMKΠ με ανοσοθεραπεία. 

Tον λόγο στη συνέχεια είχε η κ. Άννα Μπατιστάτου, Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρίας Παθολογικής Ανατομικής, Καθηγήτρια Παθολογικής Ανατομικής, η οποία υπογράμμισε πως οι βιοδείκτες είναι βιολογικά μόρια, που βρίσκονται μεταξύ άλλων στα κύτταρα. Υποδεικνύουν μια φυσιολογική  ή παθολογική διαδικασία, μια κατάσταση ή μια νόσο. Διακρίνονται σε προγνωστικούς δείκτες (χαρακτηριστικά επιθετικότητας της νόσου) και προβλεπτικούς δείκτες (προβλέπουν την αναμενόμενη ανταπόκριση του κάθε ασθενούς σε συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή – σύγχρονη “εξατομικευμένη θεραπεία”). Το PD-L1 είναι αναγκαίος βιοδείκτης για την επιλογή ασθενών με ΜΜΚΠ, με στόχο την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της θεραπείας και τον έλεγχο του κόστους αυτής. Η εξέταση του βιοδείκτη PD-L1 γίνεται ήδη σε πολλά Παθολογοανατομικά εργαστήρια σε όλη την Ελλάδα.

Η Συνέντευξη Τύπου ολοκληρώθηκε με την ομιλία του κ. Λάζαρου Πουγγία, Ιατρικού Διευθυντή της MSD ο οποίος στην παρουσίαση του αναφέρθηκε στην δέσμευση της MSD να ανακαλύπτει καινοτόμες θεραπείες που βελτιώνουν και σώζουν τις ζωές των ανθρώπων και στάθηκε ιδιαίτερα στο κλινικό πρόγραμμα της εταιρίας στον Καρκίνο του Πνεύμονα. Η ΜSD έχει επενδύσει σε ένα ευρύ κλινικό πρόγραμμα ανοσο – ογκολογίας με περισσότερες από 500 κλινικές μελέτες σε 30 διαφορετικούς τύπους καρκίνου και απώτερος στόχος της πάντα είναι ο κατάλληλος ασθενής να έχει πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία τον σωστό χρόνο. Στο επικείμενο Συνέδριο ASCO 2017 έχουν ήδη γίνει δεκτές 50 περιλήψεις σχετικά με το pembrolizumab της MSD για 16 τύπους καρκίνου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η χρήση βιοδεικτών αποτελεί το κλειδί για τον εντοπισμό των ασθενών εκείνων που θα έχουν το μεγαλύτερο όφελος από την ανοσοθεραπεία, μειώνοντας έτσι ουσιαστικά και την οικονομική επιβάρυνση στο σύστημα υγείας, καθώς η θεραπεία θα χορηγείται εκεί που πραγματικά κάνει τη διαφορά.

Η αποζημίωση εξετάσεων βιοδεικτών γίνεται μετά από εισήγηση των αρμόδιων επιστημονικών οργάνων, όπως το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ), και απόφαση του Υπουργού Υγείας. Το κόστος των εξετάσεων των βιοδεικτών που είναι απαραίτητοι για τη συνταγογράφηση συγκεκριμένων ογκολογικών φαρμάκων καλύπτεται υποχρεωτικά από τον ΕΟΠΥΥ. Η αποζημίωση του βιοδείκτη PD – L1 εξετάζεται αυτή την περίοδο από το ΚΕΣΥ.

Συμφωνία της Pharmathen με την ελβετική εταιρεία Santhera Pharmaceuticals για την εμπορική διάθεση του ορφανού φαρμάκου ιδεβενόνη σε Ελλάδα και Κύπρο

pharmathen_logo

Η ιδεβενόνη είναι το πρώτο και μοναδικό φάρμακο εγκεκριμένο από τον EMA για τη θεραπεία ασθενών με Κληρονομική Οπτική Νευροπάθεια Leber

 

Αθήνα, 03-05-2017: Η Pharmathen ανακοινώνει ότι ήλθε σε συμφωνία με την ελβετική φαρμακευτική εταιρεία Santhera Pharmaceuticals για την εμπορική διάθεση του ορφανού φαρμάκου ιδεβενόνη σε Ελλάδα και Κύπρο.

Η ιδεβενόνη είναι το πρώτο και το μοναδικό φάρμακο που έχει εγκρίνει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων EMA για την θεραπεία των εφήβων και ενήλικων ασθενών με  οξεία απώλεια όρασης λόγω της κληρονομικής οπτικής νευροπάθειας Leber.

Η κληρονομική οπτική νευροπάθεια Leber (Leber’s Hereditary Optic Neuropathy – LHON) είναι ένα μιτοχονδριακό νευρο-εκφυλιστικό νόσημα, που προσβάλλει το οπτικό νεύρο και οδηγεί σε αιφνίδια απώλεια της κεντρικής όρασης. Η LHON, ξεκινά ανώδυνα στον έναν οφθαλμό ενώ μέσα σε μερικές εβδομάδες προσβάλλεται και ο δεύτερος οφθαλμός, με αποτέλεσμα η νόσος να οδηγεί σε αμφοτερόπλευρη απώλεια της κεντρικής όρασης και νομική τύφλωση (άτομα με αναπηρία >67%). Οι ασθενείς με LHON αδυνατούν να διαβάσουν, να οδηγήσουν ή να αναγνωρίσουν πρόσωπα.

Η κληρονομική οπτική νευροπάθεια Leber είναι ένα σπάνιο νόσημα που συνήθως προσβάλλει νεαρά και κατά τα λοιπά υγιή άτομα, ενώ συναντάται συνηθέστερα σε άντρες παρά σε γυναίκες. Ο επιπολασμός της LHON στην Ευρώπη υπολογίζεται περίπου σε 2 ασθενείς ανά 100.000 πολίτες.

«Είμαστε χαρούμενοι για την ολοκλήρωση της στρατηγικής συνεργασίας με την Santhera Pharmaceuticals,η οποία μας επιτρέπει να προσφέρουμε μια σημαντική θεραπευτική επιλογή στους Έλληνες και Κύπριους ασθενείς που πάσχουν από την κληρονομική οπτική νευροπάθεια Leber» δήλωσε ο Πρόεδρος της Pharmathen κ. Βασίλειος Κάτσος, για να προσθέσει πως «η συνεργασία αυτή αποδεικνύει την ισχυρή δέσμευσή μας στο να παρέχουμε καινοτόμες λύσεις στο πεδίο των σπανίων νοσημάτων».

«Στο πρόσωπο των ανθρώπων της Pharmathen βρήκαμε έναν εταίρο με την ίδια δέσμευση έναντι των αναγκών των ασθενών» δήλωσε ο Giovanni Stropoli, Περιφερειακός Εμπορικός Δ/ντής Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου της Santhera Pharmaceuticals. «Όταν μοιράζεσαι τις ίδιες αξίες, αυτό αποτελεί μια εξαιρετική αρχή για μια επιτυχημένη συμμαχία».

Η σεκουκινουμάμπη είναι ο πρώτος και μοναδικός αναστολέας της IL-17A που δύναται να μεταβάλλει την πορεία της ψωρίασης

novartis_ new logo

 

Προκειμένου να διερευνηθεί περαιτέρω η μεταβολή της νόσου, η Novartis ξεκίνησε τη μελέτη STEPIn για την αξιολόγηση της σεκουκινουμάμπης σε ασθενείς με πρόσφατης έναρξης μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση2

 

Αθήνα, 2 Μαΐου, 2017 Η Novartis ανακοίνωσε νέα δεδομένα που υποδεικνύουν, για πρώτη φορά, ότι η σεκουκινουμάμπη μπορεί να μεταβάλλει την πορεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης οδηγώντας σε μακροχρόνια κάθαρση του δέρματος χωρίς θεραπεία1. Η σεκουκινουμάμπη είναι ο πρώτος και μοναδικός αναστολέας IL-17A για τον οποίο έχει αναφερθεί αυτή η πιθανότητα μεταβολής της νόσου. Τα δεδομένα αυτά παρουσιάστηκαν στο 13ο ετήσιο συνέδριο δερματολογίας (Annual Maui Derm for Dermatologists 2017), το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Μάουι της Χαβάης, και στο οποίο η Novartis παρουσίασε 14 εργασίες.

 

Μετά από ένα έτος θεραπείας με σεκουκινουμάμπη, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε συνεχή θεραπεία, είτε να διακόψουν τη θεραπεία μέχρι να υποτροπιάσουν. Οι ασθενείς που λάμβαναν συνεχή θεραπεία διατήρησαν το υψηλό τους επίπεδο ανταπόκρισης. Από τους ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία, το 21% των ασθενών με ψωρίαση διατήρησε καθαρό δέρμα για έως και ένα χρόνο χωρίς θεραπεία και το 10% διατήρησε το καθαρό δέρμα μετά από δύο χρόνια χωρίς θεραπεία1. Οι ασθενείς με μεγαλύτερη διάρκεια νόσου ήταν πιθανότερο να υποτροπιάσουν, υποδεικνύοντας ότι η πρώιμη παρέμβαση αυξάνει την πιθανότητα μη υποτροπής1.

 

Προηγούμενα δεδομένα έχουν δείξει ότι η σεκουκινουμάμπη, ένας πλήρως ανθρώπινος,  αναστολέας της κυτοκίνης IL-17A, επιτυγχάνει μακροχρόνια καθαρό ή σχεδόν καθαρό δέρμα (PASI 90 έως PASI 100) σε ποσοστό έως και 80% των ασθενών  με θεραπεία έως και τέσσερα έτη 3,4.

 

«Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η σεκουκινουμάμπη  μπορεί να δράσει πέρα της απλής θεραπείας των συμπτωμάτων και ότι θα μπορούσε πραγματικά να μεταβάλλει την πορεία της ψωρίασης, και επισημαίνει την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση της πρώιμης παρέμβασης» δήλωσε ο Vas Narasimhan, Global Head, Drug Development and Chief Medical Officer, Novartis. «Η δυνατότητα αλλαγής της πορείας της νόσου είναι ο απώτερος στόχος της θεραπείας, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επενδύουμε στη μελέτη STEPIn ώστε να κατανοήσουμε περαιτέρω τη δυνατότητα μεταβολής της νόσου με τη σεκουκινουμάμπη.»

 

 

Αυτά είναι τα πρώτα ισχυρά μακροχρόνια δεδομένα για την ψωρίαση μετά από διακοπή της θεραπείας. Τα δεδομένα αυτά (από τη μελέτη επέκτασης A2302E1) δείχνουν ότι οι χαμηλές βαθμολογίες στον Δείκτη Έκτασης και Βαρύτητας της Ψωρίασης (PASI) διατηρήθηκαν μετά από τη διακοπή της θεραπείας μετά από ένα χρόνο θεραπείας με τη σεκουκινουμάμπη (βαθμολογία PASI 2,9 μετά από 1 έτος και 1,7 μετά από 2 έτη χωρίς φάρμακο, έναντι 20,5 και 19,2 αντίστοιχα στην αρχική εκτίμηση)1. Επιπρόσθετα, από τους 120 ασθενείς που εμφάνισαν ανταπόκριση με PASI 75 και μετέβησαν σε εικονικό φάρμακο στο ένα έτος, το 21% δεν υποτροπίασε μετά από ένα έτος και το 10% δεν υποτροπίασε μετά από δύο χρόνια χωρίς θεραπεία.1 Οι ασθενείς με μεγαλύτερη διάρκεια νόσου πριν από τη θεραπεία με σεκουκινουμάμπη ήταν πιθανότερο να υποτροπιάσουν, γεγονός που υπογραμμίζει την πιθανή σημασία της πρώιμης θεραπείας.1 Προκειμένου να διερευνηθεί περαιτέρω η δυνατότητα  μεταβολής της νόσου με τη σεκουκινουμάμπη, η Novartis έχει ξεκινήσει τη μελέτη STEPIn για να εκτιμηθεί η πρώιμη παρέμβαση με τη σεκουκινουμάμπη σε ασθενείς με ψωρίαση πρόσφατης έναρξης. Στόχος της μελέτης είναι ο καθορισμός μίας καινοτόμου στρατηγικής θεραπείας των ασθενών με πρόσφατη εμφάνιση μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης, παρέχοντας δεδομένα που θα μας πληροφορούν για τη χρήση της πρώιμης θεραπείας.2

 

Η σεκουκινουμάμπη είναι ο μόνος αναστολέας IL-17A που έχει εγκριθεί για την ψωρίαση, την ψωριασική αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. 80.000 ασθενείς παγκοσμίως έχουν λάβει θεραπεία με σεκουκινουμάμπη σε συνθήκες καθημερινής κλινικής πρακτικής.5

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Lebwohl M et al. Long-term psoriasis control following Secukinumab discontinuation indicated disease modification of moderate to severe psoriasis. Presented as a poster presentation at the 13th Annual Maui Derm for Dermatologists 2017. 20-24th March 2017.
  2. Novartis Pharmaceuticals. Study of the Efficacy of Early Intervention With Secukinumab 300 mg s.c. Compared to Narrow-band UVB in Patients With New-onset Moderate to Severe Plaque Psoriasis (STEPIn). In: ClinicalTrials.gov. Bethesda (MD): National Library of Medicine (US). 2000 – 20170303. Available from: http://clinicaltrials.gov/show/NCT03020199  NLM Identifier: NCT03020199.
  3. Blauvelt A et al. Secukinumab is superior to ustekinumab in clearing skin of subjects with moderate-to-severe plaque psoriasis up to 1 year: Results from the CLEAR study. J Am Acad Dermatol. September 2016. Available from http://dx.doi.org/10.1016/j.jaad.2016.08.008 Epub ahead of print.
  4. Kirkham BW et al. Interleukin-17A: a unique pathway in immune-mediated diseases: psoriasis, psoriatic arthritis and rheumatoid arthritis. Immunology. 2014; 141:133–142.
  5. Data on file. March 2017.
  6. Bissonnette R et al. Secukinumab maintains high levels of efficacy through 4 years of treatments: results from an extension to a phase 3 study (SCULPTURE). Presented as a late breaking abstract at the European Academy of Dermatology and Venereology 2016. 1st October 2016.
  7. Summary of Product Characteristics. Novartis Europharm Limited. Available at: http://www.ema.europa.eu/ema/index.jsp?curl=pages/medicines/human/medicines/003729/human_med_001832.jsp&mid=WC0b01ac058001d124. Accessed February 2017.
  8. Secukinumab [prescribing information]. East Hanover, NJ: Novartis Pharmaceuticals Corp, 2016.
  9. International Federation of Psoriasis Associations (IFPA) World Psoriasis Day website. “About Psoriasis.” Available at: http://www.worldpsoriasisday.com/web/page.aspx?refid=114. Accessed September 2016
  10. National Psoriasis Foundation. Psoriatic disease: about psoriasis. Available at: psoriasis.org/about-psoriasis. Accessed February 2017.
  11. Mease PJ, Armstrong AW. Managing patients with psoriatic disease: the diagnosis and pharmacologic treatment of psoriatic arthritis in patients with psoriasis. 2014; 74:423-441.

Η Regeneron και η Sanofi Λαμβάνουν Θετική Γνωμοδότηση από την Επιτροπή Φαρμακευτικών Προϊόντων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) για το sarilumab ως Θεραπεία Ενηλίκων Ασθενών με Μέτρια έως Σοβαρή Ενεργή Ρευματοειδή Αρθρίτιδα

Sanofi151007

Παρίσι, Γαλλία και Tarrytown,  Νέα Υόρκη – 24 Απριλίου,  2017 – Η Sanofi και η Regeneron  Pharmaceuticals, Inc.  ανακοίνωσαν ότι η Επιτροπή Φαρμακευτικών Προϊόντων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) υιοθέτησε θετική γνωμοδότηση για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στο sarilumab, συστήνοντας την έγκρισή του για χρήση σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα. Το sarilumab είναι ένα υπό κλινική έρευνα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται ενάντια στον υποδοχέα ιντερλευκίνης-6 (IL-6).

 

“Η ρευματοειδής αρθρίτιδα αποτελεί μία επώδυνη και εξουθενωτική ασθένεια που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν να προσπαθούν να βρουν μία θεραπεία που να είναι αποτελεσματική για αυτούς,” δήλωσε ο Elias Zerhouni, M.D., President, Global R&D της Sanofi. “Χαιρετίζουμε τη σημερινή θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμακευτικών Προϊόντων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) για το sarilumab, η οποία μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά ώστε να καταστήσουμε τη νέα αυτή θεραπευτική επιλογή διαθέσιμη στους ασθενείς στην Ευρώπη.”

 

Η Επιτροπή Φαρμακευτικών Προϊόντων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) συνέστησε τη χρήση του sarilumab σε συνδυασμό με τη μεθοτρεξάτη (MTX) για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν ανεπαρκή ανταπόκριση ή μη ανοχή σε ένα ή περισσότερα τροποποιητικά της νόσου αντιρρευματικά φάρμακα (DMARDs). Το sarilumab είναι δυνατό να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία σε περίπτωση μη ανοχής στη μεθοτρεξάτη (MTX) ή εφόσον δεν ενδείκνυται θεραπεία με μεθοτρεξάτη (MTX).Η συνιστώμενη δοσολογία του sarilumab είναι 200 mg άπαξ κάθε δύο εβδομάδες, και χορηγείται υποδορίως.1 Η μείωση της δοσολογίας από 200 mg άπαξ κάθε δύο εβδομάδες σε 150 mg άπαξ κάθε δύο εβδομάδες συνιστάται για τη διαχείριση της ουδετεροπενίας, της θρομβοπενίας και των αυξημένων επιπέδων ηπατικών ενζύμων.1

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να λάβει την οριστική απόφαση για την Αίτηση Άδειας Κυκλοφορίας (MAA) του sarilumab στην Ευρωπαϊκή Ένωση τους επόμενους μήνες. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμακευτικών Προϊόντων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) βασίζεται σε στοιχεία από επτά κλινικές μελέτες Φάσης 3 στο πλαίσιο του παγκόσμιου προγράμματος κλινικής ανάπτυξης SARIL-RA, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι SARIL-RA-MOBILITY, SARIL-RA-TARGET και SARIL-RA-MONARCH. Αυτές οι μελέτες συμπεριλαμβάνουν δεδομένα από περισσότερους από 3.300 ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα οι οποίοι εμφάνισαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή μη ανοχή σε ένα ή περισσότερα βιολογικά ή μη βιολογικά τροποποιητικά της νόσου αντιρρευματικά φάρμακα (DMARDs).

 

 

Στην Ευρώπη, 2,9 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα και η ασθένεια είναι δυνατό να καταστήσει την καθημερινότητα δύσκολη. 2,3 Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις, οίδημα, δυσκαμψία και κόπωση.4

 

 
1 Sarilumab Summary of Product Characteristics

Η καινοτόμα και πρωτοποριακή εφαρμογή για τη Διαχείριση της Φαρμακοθεραπείας από τον φαρμακοποιό και τη συμμόρφωση του ασθενή με τη Φαρμακευτική Αγωγή

takecare

Η μη ακριβής συμμόρφωση των ασθενών με τη φαρμακευτική τους αγωγή αναγνωρίζεται ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα της υγείας σήμερα. Σύμφωνα με έρευνες, παγκοσμίως, ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των ασθενών δεν λαμβάνουν τα φάρμακά τους σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες ή δεν παραμένουν συμμορφωμένοι με τη φαρμακευτική τους αγωγή. Το γεγονός αυτό αυξάνει τα περιστατικά που χρήζουν επείγουσας περίθαλψης και νοσηλείας και, κατ΄ επέκταση, τη δαπάνη της υγειονομικής περίθαλψης.

Σε πολλές δυτικές χώρες έχει εφαρμοστεί ως τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος αυτού η διαδικασία της Διαχείρισης της Φαρμακοθεραπείας μέσω των φαρμακείων. Η υπηρεσία αυτή περιλαμβάνει πρωτόκολλα διαχείρισης και διαδικασίες ενημέρωσης, συμβουλής και παρακολούθησης της φαρμακοθεραπείας των ασθενών από τους φαρμακοποιούς. Στην πιο προωθημένη τους μορφή, οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν ηλεκτρονικές εφαρμογές, οι οποίες μάλιστα έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας και ειδοποιήσεων με τους χρήστες των φαρμάκων.

O Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος, σε συνεργασία με την εταιρεία NOUFIO, έχει σχεδιάσει και θα εφαρμόσει ένα καινοτόμο σύστημα Διαχείρισης της Φαρμακοθεραπείας και της Συμμόρφωσης των ασθενών με αυτή, για πρώτη φορά στα ελληνικά φαρμακεία, με το όνομα TAKE CARE.

O πρόεδρος του ΠΦΣ κ. Κωνσταντίνος Λουράντος

O πρόεδρος του ΠΦΣ κ. Κωνσταντίνος Λουράντος

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της διαδικτυακής εφαρμογής TAKE CARE, ο πρόεδρος του ΠΦΣ κ. Κωνσταντίνος Λουράντος τόνισε ότι «Είναι ένα πρόγραμμα, που από τη μια παρέχει πολύτιμα εργαλεία στον φαρμακοποιό, για να κάνει καλύτερα τη δουλειά του μέσα στο φαρμακείο, όσον αφορά τη φαρμακευτική φροντίδα, τη συμβουλή και την παρακολούθηση των ασθενών μας. Και από την άλλη, προσφέρει στους ασθενείς έναν πρακτικό τρόπο συμμόρφωσης με την αγωγή τους.»

Και συμπλήρωσε ότι «αυτό το πρόγραμμα, από σήμερα τίθεται δωρεάν στη διάθεση όλων των συμπολιτών μας, μέσω των φαρμακείων, που μπορούν να το χρησιμοποιούν επίσης δωρεάν».

PaFS170201aΣτη σπουδαιότητα της συμμόρφωσης του ασθενούς με τη φαρμακευτική του αγωγή και τα συνολικά οφέλη στην κλινική εικόνα του ασθενούς μέσω της συνεργασίας ιατρού – φαρμακοποιού, που προκύπτει από μία υπηρεσία σαν το Take Care, αναφέρθηκε ο καρδιολόγος κ. Δημήτριος Ρίχτερ, διευθυντής Β’ Καρδιολογικής Κλινικής, «ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ» Αθηνών.

Παίρνοντας τον λόγο η γενική διευθύντρια της εταιρείας NOUFIO κυρία Σοφία Κούνουπα παρουσίασε την πλατφόρμα του TAKE CARE, τόσο για τους φαρμακοποιούς όσο και για τους πολίτες, αναφερόμενη στα οφέλη από την εφαρμογή της.

Τέλος, στην εκδήλωση παραβρέθηκε και ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Αναστάσιος Πετρόπουλος, που εξήρε το γεγονός ότι πρόκειται για μια καινοτόμα διαδικτυακή εφαρμογή η οποία έχει δημιουργηθεί από μια ελληνική εταιρεία.

 

Η Celgene έλαβε θετική γνωμοδότηση από την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων για την επέκταση της ένδειξης της λεναλιδομίδης ως μονοθεραπείας για τη θεραπεία συντήρησης ασθενών με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα μετά από αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων

genesis_celegene

Η λεναλιδομίδη είναι το πρώτο και μοναδικό φάρμακο που λαμβάνει θετική γνωμοδότηση από την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση για θεραπεία συντήρησης μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων στο πολλαπλό μυέλωμα.

 

Η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) προέβη σε θετική γνωμοδότηση για τη χρήση της λεναλιδομίδης ως μονοθεραπείας για τη θεραπεία συντήρησης ενήλικων ασθενών με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα (ΠΜ), οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία Celgene International Sàrl, θυγατρική εταιρεία της Celgene Corporation (NASDAQ: CELG).

Το πολλαπλό μυέλωμα είναι ένας ανίατος και απειλητικός για τη ζωή αιματολογικός καρκίνος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από υπερπλασία του όγκου και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος.1 Είναι μία σπάνια αλλά θανατηφόρα νόσος: περίπου 39.000 άνθρωποι διαγιγνώσκονται με πολλαπλό μυέλωμα στην Ευρώπη, ενώ περίπου 24.000 ασθενείς καταλήγουν από τη νόσο ετησίως.2 Η διάμεση ηλικία διάγνωσης στην Ευρώπη είναι τα 65-70 έτη.3 Στην Ευρώπη, ασθενείς ηλικίας κάτω των 65 ετών, με καλή φυσική και κλινική κατάσταση, θεωρούνται κατά κανόνα κατάλληλοι για αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.4

Για τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση, οι βασικοί θεραπευτικοί στόχοι είναι η επίτευξη και η διατήρηση μίας βαθιάς ανταπόκρισης, με τελικό στόχο την καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου.5,6 Αυτοί οι ασθενείς συνήθως λαμβάνουν μια αρχική θεραπεία εφόδου και χημειοθεραπεία με υψηλή δόση μελφαλάνης και ακολουθεί η αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων. Αυτή η θεραπευτική προσέγγιση αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για περισσότερο από μία εικοσαετία.7 Λαμβάνοντας υπόψη ότι, περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς υποτροπιάζουν εντός 2 έως 3 ετών μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση,8,9 έχουν διεξαχθεί δοκιμές για την αξιολόγηση του κατά πόσον η θεραπεία συντήρησης μετά τη μεταμόσχευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο διατηρήσιμες υφέσεις.

«Μελέτες καταδεικνύουν ότι η θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο των υπολειπόμενων κακοήθων κυττάρων και να καθυστερήσει την ανάπτυξη του όγκου μέσω της ενίσχυσης της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος», δήλωσε ο Καθηγητής  Michel Attal, Executive Director του Institut Universitaire du Cancer Toulouse Oncopole και Institut Claudius Regaud στη Γαλλία. «Ο πρωταρχικός στόχος μας είναι η καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου για όσο το δυνατόν περισσότερο χρονικό διάστημα και έχουμε παρατηρήσει σε πολλές ανεξάρτητες μελέτες ότι η θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη, μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση, μπορεί να μειώσει κατά το ήμισυ τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου, μέσω της διατήρησης της ανταπόκρισης».

Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση βασίστηκε στα αποτελέσματα δύο μελετών από συνεργατικές ομάδες, της μελέτης CALGB 10010410 και της μελέτης IFM 2005-0211:

  • Η μελέτη CALGB 100104 ήταν μία ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III σε 460 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα που είχαν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση και λάμβαναν συνεχή θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο έως την υποτροπή της νόσου.

 

  • Η μελέτη IFM 2005-02 ήταν μία διεθνής, ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, σε 614 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που τυχαιοποιήθηκαν σε σχήμα εδραίωσης με μονοθεραπεία λεναλιδομίδης για 2 μήνες μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση, ακολουθούμενο από θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη άπαξ ημερησίως ή με εικονικό φάρμακο έως την εμφάνιση υποτροπής.

Στις δύο μελέτες φάσης III, η μονοθεραπεία με λεναλιδομίδη ως θεραπεία συντήρησης μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου ή θανάτου σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, έχοντας ως αποτέλεσμα την άρση του τυφλού των μελετών με βάση την ικανοποίηση του προκαθορισμένου ορίου ανωτερότητας στην ενδιάμεση ανάλυση.

Σε αυτές τις μελέτες, το προφίλ ασφαλείας ήταν αντίστοιχο με άλλα κλινικά δεδομένα σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς μη-κατάλληλους για αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων και στη μετεγκριτική μελέτη ασφαλείας στο υποτροπιάζον/ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα. Και στις δύο κλινικές μελέτες φάσης III, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) ήταν αιματολογικές και περιλάμβαναν την ουδετεροπενία και τη θρομβοπενία. Οι πιο συχνά αναφερθείσες μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι λοιμώξεις. Και στις δύο δοκιμές, ένα αυξημένο ποσοστό επίπτωσης αιματολογικών δεύτερων πρωτοπαθών κακοηθειών έχει παρατηρηθεί στην ομάδα της λεναλιδομίδης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ωστόσο, η θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση επιβεβαιώνει ότι η σχέση οφέλους/κινδύνου για τη λεναλιδομίδη είναι θετική σε αυτή την επεκταθείσα ένδειξη.

Ο Tuomo Pätsi, Πρόεδρος της Celgene σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική (EMEA), δήλωσε: «Αν και έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στην αντιμετώπιση του πολλαπλού μυελώματος, παραμένει μια ανίατη νόσος. Καλωσορίζουμε τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση, καθώς επιβεβαιώνει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η λεναλιδομίδη στην αντιμετώπιση του πολλαπλού μυελώματος, επεκτείνοντας πλέον τη χρήση της σε ολόκληρο το φάσμα της νόσου. Στη Celgene φιλοδοξούμε να μετατρέψουμε ορισμένα από τα πλέον δύσκολα νοσήματα, όπως το πολλαπλό μυέλωμα, σε αντιμετωπίσιμες παθήσεις. Κατά συνέπεια, θα συνεχίσουμε να επενδύουμε περισσότερο από το ένα τρίτο των εσόδων μας στην έρευνα και ανάπτυξη».

Η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση εξετάζει τις αιτήσεις και για τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για τη Νορβηγία, το Λιχτενστάιν και την Ισλανδία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία συνήθως ακολουθεί τις συστάσεις της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση, αναμένεται να λάβει την τελική απόφασή της σε περίπου δύο μήνες. Εάν δοθεί έγκριση, οι λεπτομερείς όροι για τη χρήση αυτού του προϊόντος θα περιγράφονται στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ), η οποία θα δημοσιευθεί στην αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Δημόσια Αναφορά Αξιολόγησης (EPAR).


 

Σχετικά με τη μελέτη CALGB 100104

Η CALGB 100104 ήταν μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, η οποία διεξήχθη σε 47 κέντρα στις ΗΠΑ. Σε αυτή τη μελέτη εντάχθηκαν 460 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα – ηλικίας μεταξύ 18 και 70 ετών – οι οποίοι είχαν επιτύχει τουλάχιστον σταθερή νόσο (SD) ή καλύτερη ανταπρόκριση, 100 ημέρες μετά την υποβολή τους σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων και οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη (10 mg/ημέρα για 3 μήνες και στη συνέχεια 15 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο, έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών ή το θάνατο.

Σχετικά με τη μελέτη IFM 2005-02

Η IFM 2005-02 ήταν μία ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, η οποία διεξήχθη σε 77 κέντρα 3 χωρών της Ευρώπης. Σε αυτή τη μελέτη εντάχθηκαν 614 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, ηλικίας κάτω των 65 ετών και χωρίς σημεία εξέλιξης της νόσου εντός 6 μηνών από την υποβολή τους σε αυτόλογη μεταμόσχευση, οι οποίοι στη συνέχεια τυχαιοποιήθηκαν σε σχήμα εδραίωσης με μονοθεραπεία με λεναλιδομίδη 25 mg ανά ημέρα για 21/28 ημέρες για 2 μήνες, ακολουθούμενο είτε από θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη (10 mg/ημέρα για 3 μήνες και στη συνέχεια 15 mg/ημέρα) ή από εικονικό φάρμακο, έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών ή το θάνατο.

Σχετικά με τη λεναλιδομίδη

Η λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με τη δεξαμεθαζόνη είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, καθώς και σε περίπου 25 άλλες χώρες για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με πολλαπλό μυέλωμα, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί προηγούμενη θεραπεία και οι οποίοι δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση. Η λεναλιδομίδη είναι επίσης εγκεκριμένη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με πολλαπλό μυέλωμα, στους οποίους έχει χορηγηθεί τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία σε σχεδόν 70 χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας.

Η λεναλιδομίδη είναι επίσης εγκεκριμένη -εκτός άλλων χωρών- και στην Ευρώπη για τη θεραπεία ασθενών με αναιμία που απαιτεί μεταγγίσεις λόγω μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων χαμηλού ή μεσαίου 1 κινδύνου που σχετίζονται με τη μεμονωμένη κυτταρογενετική ανωμαλία απώλειας του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος 5, όταν άλλες θεραπευτικές επιλογές είναι ανεπαρκείς ή ακατάλληλες.

Τέλος, η λεναλιδομίδη είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ).

 

 

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος

Αντενδείξεις

H λεναλιδομίδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

Η λεναλιδομίδη αντενδείκνυται κατά την κύηση καθώς επίσης και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Κύηση: Οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης πρέπει να ικανοποιούνται για όλες τις ασθενείς, εκτός εάν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι η ασθενής δεν έχει δυνατότητα τεκνοποίησης.

Καρδιαγγειακές διαταραχές: Οι ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για έμφραγμα του μυοκαρδίου ή θρομβοεμβολή θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Ουδετεροπενία και θρομβοπενία: Πλήρες αιμοδιάγραμμα θα πρέπει να διενεργείται κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 8 εβδομάδες θεραπείας και σε μηνιαία βάση εφεξής, για την παρακολούθηση για κυτταροπενίες. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης.

Λοίμωξη με ή χωρίς ουδετεροπενία: Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν άμεση ιατρική βοήθεια με την εμφάνιση του πρώτου σημείου λοίμωξης.

Νεφρική δυσλειτουργία: Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Διαταραχές του θυρεοειδούς: Συνιστάται βέλτιστος έλεγχος συννοσηρών καταστάσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται αρχική και συνεχιζόμενη παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.

Σύνδρομο λύσης όγκου: ασθενείς με υψηλό φορτίο όγκου πριν από τη θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.

Αλλεργικές αντιδράσεις: Οι ασθενείς που είχαν προηγούμενες αλλεργικές αντιδράσεις κατά τη θεραπεία με θαλιδομίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις: Η λεναλιδομίδη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση αποφολιδωτικού ή πομφολυγώδους εξανθήματος ή σε υποψία SJS ή TEN και δεν θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου μετά από διακοπή λόγω τέτοιων αντιδράσεων. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της λεναλιδομίδης σε περίπτωση άλλων μορφών δερματικής αντίδρασης, αναλόγως της σοβαρότητας. Οι ασθενείς με ιστορικό σοβαρού εξανθήματος που σχετίζεται με θεραπεία με θαλιδομίδη δεν θα πρέπει να λαμβάνουν λεναλιδομίδη.

Δυσανεξία στη λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες (SPM): Ο κίνδυνος εμφάνισης αιματολογικών SPM πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με λεναλιδομίδη είτε σε συνδυασμό με μελφαλάνη είτε αμέσως μετά από μελφαλάνη υψηλής δόσης και ASCT. Οι ιατροί θα πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τους ασθενείς πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας χρησιμοποιώντας συστηματικό έλεγχο του καρκίνου για εμφάνιση SPM και να ξεκινούν θεραπεία, σύμφωνα με την εγκεκριμένη ένδειξη.

Ηπατικές διαταραχές: Προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό ή ταυτόχρονη ιογενής λοίμωξη του ήπατος ή όταν η λεναλιδομίδη συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για την ικανότητά τους να ανεχθούν τη λεναλιδομίδη σε συνδυασμό, εξετάζοντας την ηλικία, τη σταδιοποίηση στο στάδιο ΙΙΙ κατά ISS, την κατάσταση απόδοσης κατά ECOG≤2 ή CLcr<60 ml/min.

Καταρράκτης: Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της οπτικής ικανότητας.

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας στο πολλαπλό μυέλωμα

Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη χαμηλής δόσης:

  • Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα (≥5%) στο συνδυασμό λεναλιδομίδης με δεξαμεθαζόνη χαμηλής δόσης (Rd και Rd18) από ότι με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και θαλιδομίδη (MPT) ήταν πνευμονία (9,8%) και νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένης της οξείας) (6,3%)
  • Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα με Rd και Rd18 από ότι με MPT ήταν: διάρροια (45,5%), κόπωση (32,8%), οσφυαλγία (32,0%), εξασθένιση (28,2%), αϋπνία (27,6%), εξάνθημα (24,3%), μειωμένη όρεξη (23,1%), βήχας (22,7%), πυρεξία (21,4%) και μυϊκοί σπασμοί (20,5%).

Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη:

  • Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα (≥5%) με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και λεναλιδομίδη ακολουθούμενες από λεναλιδομίδη συντήρησης (MPR+R) ή μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και λεναλιδομίδη ακολουθούμενες από εικονικό φάρμακο (MPR+p) από ότι με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και εικονικό φάρμακο ακολουθούμενα από εικονικό φάρμακο (MPp+p) ήταν εμπύρετη ουδετεροπενία (6,0%) και αναιμία (5,3%)
  • Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα με MPR+R ή MPR+p από ότι με MPp+p ήταν: ουδετεροπενία (83,3%), αναιμία (70,7%), θρομβοπενία (70,0%), λευκοπενία (38,8%), δυσκοιλιότητα (34,0%), διάρροια (33,3%), εξάνθημα (28,9%), πυρεξία (27,0%), περιφερικό οίδημα (25,0%), βήχας (24,0%), μειωμένη όρεξη (23,7%) και εξασθένιση (22,0%).

Ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία:

  • Οι σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα στο συνδυασμό λεναλιδομίδης/δεξαμεθαζόνης από ότι στο συνδυασμό εικονικού φαρμάκου/δεξαμεθαζόνης ήταν φλεβική θρομβοεμβολή (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή) και ουδετεροπενία βαθμού 4
  • Οι παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες παρουσιάστηκαν συχνότερα με λεναλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη από ότι με εικονικό φάρμακο και δεξαμεθαζόνη σε κοινές κλινικές δοκιμές πολλαπλού μυελώματος (ΜΜ-009 και ΜΜ-010) ήταν κόπωση (43,9%), ουδετεροπενία (42,2%), δυσκοιλιότητα (40,5%), διάρροια (38,5%), μυϊκές κράμπες (33,4%), αναιμία (31,4%), θρομβοπενία (21,5%) και εξάνθημα (21,2%).

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός: Η λεναλιδομίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους από τη γέννηση έως την ηλικία κάτω των 18 ετών.

Ηλικιωμένα άτομα με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: Για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη, η δόση έναρξης της δεξαμεθαζόνης είναι 20 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 1, 8, 15 και 22 κάθε κύκλου θεραπείας 28 ημερών.

Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη.

Ηλικιωμένα άτομα με πολλαπλό μυέλωμα που έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία: Απαιτείται προσοχή κατά την επιλογή της δοσολογίας και συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την επιλογή της δόσης και συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και πολλαπλό μυέλωμα. προσαρμογές της δόσης συνιστώνται κατά την έναρξη της θεραπείας και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Η λεναλιδομίδη δεν έχει επίσημα μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν ειδικές δοσολογικές συστάσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος που διατίθεται στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων.

ΤΟ EVOLOCUMAB ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ LDL-C ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΙ ΥΠΟΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟ

Amgen_logo

Λεπτομερή Αποτελέσματα Δημοσιεύθηκαν στο Journal of the American Medical Association και Παρουσιάστηκαν Ταυτόχρονα στις Επιστημονικές Συνεδριάσεις του Συνεδρίου AHA 2016

 

Αθήνα, 01 Φεβρουαρίου 2017 – Η Amgen ανακοίνωσε ότι η προσθήκη του Evolocumab στη βελτιστοποιημένη θεραπεία στατίνης οδήγησε σε στατιστικά σημαντική υποστροφή της αθηροσκλήρωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Τα λεπτομερή αποτελέσματα από τη δοκιμή ενδαγγειακής υπερηχογραφικής απεικόνισης στεφανιαίων αρτηριών Φάσης 3 GLAGOV παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο Συνέδριο της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (American Heart Association – AHA) του 2016 και δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα στο Journal of the American Medical Association.

 

Η μελέτη GLAGOV αξιολόγησε το κατά πόσον το Evolocumab, ένας αναστολέας της προπρωτεΐνης κονβερτάσης σουμπτιλισίνης/κεξίνης τύπου 9 (PCSK9) για τη θεραπεία συγκεκριμένων ασθενών με αυξημένα επίπεδα χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης (LDL-C), θα τροποποιούσε τη συσσώρευση αθηροσκληρωτικής πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες ασθενών που ήδη λάμβαναν βελτιστοποιημένη θεραπεία στατίνης, όπως μετρήθηκε μέσω ενδαγγειακής υπερηχογραφίας (IVUS) κατά την έναρξη της μελέτης και κατά την εβδομάδα 78.

 

«Η καρδιαγγειακή κοινότητα ξεκίνησε τη διεξαγωγή απεικονιστικών μελετών με θεραπείες που στόχευαν την LDL-C, προκειμένου να μετρήσει την επιβράδυνση της εξέλιξης της αθηροσκληρωτικής νόσου. Η μελέτη καταδεικνύει ότι η μέγιστη μείωση της LDL-C με το Evolocumab μπορεί στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε υποστροφή της αθηροσκληρωτικής νόσου σε σύγκριση με τη χρήση στατινών μόνο», δήλωσε ο Sean E. Harper, M.D., Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Έρευνας και Ανάπτυξης της Amgen. «Πράγματι, σχεδόν τα δύο τρίτα των ασθενών που λάμβαναν Evolocumab σε αυτή τη δοκιμή, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων λάμβαναν ήδη υψηλής έως μέτριας έντασης θεραπεία με στατίνη κατά την έναρξη της μελέτης, εμφάνισαν μία μείωση στο φορτίο της πλάκας».

 

Η μελέτη πέτυχε τον κύριο αντικειμενικό σκοπό της, καταδεικνύοντας ότι η θεραπεία με το Evolocumab οδήγησε σε στατιστικά σημαντική υποστροφή, από την έναρξη της μελέτης, του εκατοστιαίου όγκου αθηρώματος (PAV), ο οποίος υποδηλώνει την εκατοστιαία αναλογία αρτηριακού αυλού που καλύπτεται από πλάκα. Οι ασθενείς στο σκέλος του Evolocumab εμφάνισαν μία μείωση του PAV από την έναρξη της μελέτης κατά 0,95% σε σύγκριση με μία αύξηση του PAV κατά 0,05% από την έναρξη της μελέτης σε ασθενείς που λάμβαναν βελτιστοποιημένη θεραπεία στατίνης σε συνδυασμό με εικονικό φάρμακο (σκέλος Evolocumab: p<0,0001, σκέλος εικονικού φαρμάκου: p=0,78). Η διαφορά μεταξύ των δύο συγκριτικών παραγόντων ήταν στατιστικά σημαντική (p<0,0001). Επίσης, η προσθήκη του Evolocumab οδήγησε σε υποστροφή της πλάκας στον PAV για μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών από εκείνο των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (64,3% έναντι 47,3%, αντίστοιχα, p<0,0001). Κατά την έναρξη της μελέτης, το 98% των ασθενών και στα δύο σκέλη λάμβαναν υψηλής έως μέτριας έντασης θεραπεία στατίνης.

 

Οι ασθενείς στο σκέλος του Evolocumab εμφάνισαν μία μέση μείωση του κανονικοποιημένου συνολικού όγκου αθηρώματος (TAV), ο οποίος είναι μία παράμετρος του όγκου της πλάκας, της τάξης των 5,8 mm³ σε σύγκριση με μέση μείωση της τάξης των 0,9 mm³ που παρατηρήθηκε στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (σκέλος Evolocumab: p<0,0001, σκέλος εικονικού φαρμάκου: p=0,45). Η διαφορά μεταξύ των δύο συγκριτικών παραγόντων ήταν στατιστικά σημαντική (p<0,0001). Επίσης, η προσθήκη του Evolocumab οδήγησε σε υποστροφή της πλάκας στον TAV για μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών έναντι εκείνων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (61,5% έναντι 48,9%, αντίστοιχα, p=0,0002).

 

«Με βάση προηγούμενες μελέτες, δεν γνωρίζαμε κατά πόσον η GLAGOV θα καταδείκνυε επιπρόσθετη υποστροφή της πλάκας σε επίπεδα LDL-C κάτω των 60 mg/dl», δήλωσε ο Stephen J. Nicholls, M.D., Ph.D., Καθηγητής Καρδιολογίας και Αναπληρωτής Διευθυντής του South Australian Health & Medical Research Institute, στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας. «Ένα από τα πλέον αδιάσειστα αποτελέσματα από την GLAGOV είναι η συνεχιζόμενη μείωση της πλάκας σε επίπεδα LDL-C πολύ κάτω από εκείνα των κοινά αποδεκτών ουδών».

 

Κατά την έναρξη της μελέτης, οι ασθενείς είχαν μέση τιμή LDL-C 92,5 mg/dl και στα δύο σκέλη θεραπείας. Κατά τη διάρκεια 78 εβδομάδων θεραπείας, τα σταθμισμένα ως προς τον χρόνο μέσα επίπεδα LDL-C ήταν 36,6 mg/dl στο σκέλος του Evolocumab, αντιπροσωπεύοντας μία μείωση κατά 59,8%, σε σύγκριση με 93,0 mg/dl στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Κατά την εβδομάδα 78, τα μέσα επίπεδα της LDL-C στο σκέλος του Evolocumab ήταν 29 mg/dl, αντιπροσωπεύοντας μία μείωση κατά 68,0% από την έναρξη της μελέτης, ενώ στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου ήταν 90 mg/dl.

 

Μία διερευνητική ανάλυση αξιολόγησε τα επίπεδα της επιτευχθείσας μείωσης της πλάκας στους 144 ασθενείς με επίπεδα LDL-C κατά την έναρξη της μελέτης κάτω των 70 mg/dl (ο χαμηλότερος θεραπευτικός στόχος μεταξύ των επί του παρόντος ισχυουσών κατευθυντήριων οδηγιών). Σε αυτή την ανάλυση, οι συγκεκριμένοι ασθενείς εμφάνισαν τη μεγαλύτερη μείωση στο φορτίο της πλάκας από την έναρξη της μελέτης (μεταβολή του PAV) με το Evolocumab σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-1,97% έναντι -0,35%, αντίστοιχα, p<0,0001). Επιπροσθέτως, άνω του 80% των ασθενών σε αυτό το υποσύνολο εμφάνισαν υποστροφή της πλάκας (μέσω μεταβολής του PAV) με το Evolocumab (81,2% για το Evolocumab, 48,0% για το εικονικό φάρμακο, p<0,0001).

 

Δεν προέκυψε οποιοδήποτε νέο ζήτημα ασφαλείας στη δοκιμή GLAGOV. Η επίπτωση των εμφανιζόμενων κατά τη διάρκεια της θεραπείας ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν συγκρίσιμη μεταξύ των δύο ομάδων (67,9% για το Evolocumab, 79,8% για το εικονικό φάρμακο). Τα ανεπιθύμητα συμβάντα με κλινική σημασία που επιθεωρήθηκαν σε αυτή τη μελέτη περιλάμβαναν τη μυαλγία (Evolocumab: 7,0%, εικονικό φάρμακο: 5,8%), τη νέα διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη (Evolocumab: 3,6%, εικονικό φάρμακο: 3,7%), τα νευρογνωστικά συμβάντα (Evolocumab: 1,4%, εικονικό φάρμακο: 1,2%) και τις αντιδράσεις στη θέση της ένεσης (Evolocumab: 0,4%, εικονικό φάρμακο: 0,0%). Στη μελέτη GLAGOV, δεσμευτικά αντισώματα παρατηρήθηκαν σπάνια (0,2% [1 ασθενής] στο σκέλος των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με το Evolocumab), ενώ δεν υπήρξε ούτε ένας ασθενής με θετικό αποτέλεσμα στον έλεγχο για εξουδετερωτικά αντισώματα.

 

Αν και η μελέτη δεν είχε ισχύ για την αξιολόγηση των επιδράσεων στα καρδιαγγειακά συμβάντα, μία διερευνητική ανάλυση αποκάλυψε ότι θετικά κριθέντα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα εμφανίστηκαν στο 12,2% των ασθενών που λάμβαναν Evolocumab και στο 15,3% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η πλειονότητα των κριθέντων συμβάντων ήταν επαναγγειώσεις στεφανιαίων (Evolocumab: 10,3%, εικονικό φάρμακο: 13,6%), ακολουθούμενες από έμφραγμα του μυοκαρδίου (Evolocumab: 2,1%, εικονικό φάρμακο: 2,9%). Όλα τα υπόλοιπα κριθέντα καρδιαγγειακά συμβάντα εμφανίστηκαν σε ποσοστό ≤ 0,8% των ασθενών σε κάθε ομάδα θεραπείας.

 

Και συνέχισε ο Sean Harper: «Τα αδιάσειστα δεδομένα από την GLAGOV απομακρύνουν οποιαδήποτε επιστημονική αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα του Evolocumab να μειώσει τα επίπεδα της LDL-C και με τον αντίκτυπο που έχει στην κρίσιμη διεργασία της υποκείμενης νόσου. Εξακολουθεί να μας απασχολεί το γεγονός ότι πολλοί ασθενείς αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβασή τους στο Evolocumab, παρά τις θεραπευτικές συστάσεις του γιατρού τους. Προσβλέπουμε με ανυπομονησία στα αποτελέσματα της μελέτης εκβάσεων που διεξάγουμε (FOURIER) και θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε με τους φορείς πληρωμών για τη βελτίωση της πρόσβασης για τους ασθενείς που έχουν ανάγκη επιπρόσθετης μείωσης των επιπέδων της LDL-C».

 

 

Σχεδιασμός Μελέτης GLAGOV

Η GLAGOV (GLobal Assessment of Plaque ReGression with a PCSK9 AntibOdy as Measured by IntraVascular Ultrasound είναι μία πολυκεντρική, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή Φάσης 3 που έχει σχεδιαστεί για την αξιολόγηση της επίδρασης του Evolocumab στη μεταβολή του φορτίου της ΣΝ σε 968 ασθενείς που υποβάλλονταν σε κλινικά ενδεδειγμένη στεφανιαία αγγειογραφία και σε βελτιστοποιημένη θεραπεία υποβάθρου με στατίνη.

 

Οι ασθενείς θα έπρεπε να έχουν λάβει θεραπεία με μία σταθερή δόση στατίνης για τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες και να έχουν LDL-C ≥80 mg/dl ή μεταξύ 60 και 80 mg/dl με έναν μείζονα παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου (ορίζονται ως μη στεφανιαία αθηροσκληρωτική αγγειακή νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή νοσηλεία για ασταθή στηθάγχη κατά τα προηγούμενα δύο έτη ή σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2) ή τρεις ελάσσονες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (ορίζονται ως κάπνισμα επί του παρόντος, υπέρταση, χαμηλά επίπεδα HDL-χοληστερόλης, οικογενειακό ιστορικό πρόωρης στεφανιαίας καρδιοπάθειας, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη υψηλής ευαισθησίας (hs-CRP) ≥2 mg/L ή ηλικία ≥50 ετών στους άνδρες και 55 ετών στις γυναίκες).

 

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 σε δύο ομάδες θεραπείας για να λαμβάνουν μηνιαίες υποδόριες ενέσεις είτε Evolocumab 420 mg είτε εικονικού φαρμάκου. Η βελτιστοποιημένη θεραπεία στατίνης ορίστηκε ως τουλάχιστον ατορβαστατίνη 20 mg ημερησίως ή ισοδύναμο, με τιτλοποίηση για την επίτευξη μείωσης της LDL-C σύμφωνα με τις περιφερειακές κατευθυντήριες οδηγίες.  Η ιδιαίτερα αποτελεσματική θεραπεία με στατίνη (ισοδύναμη με ατορβαστατίνη 40 mg ημερησίως και άνω) ήταν συνιστώμενη για όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς εκείνοι με LDL-C >100 mg/dl (2,6 mmol/l) που δεν λάμβαναν ιδιαίτερα αποτελεσματική θεραπεία στατίνης θα έπρεπε να έχουν βεβαίωση από τους ερευνητές σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αυτές οι δόσεις δεν ήταν κατάλληλες. Το κύριο τελικό σημείο ήταν η μεταβολή του PAV από την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 78 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όπως προσδιορίστηκε μέσω IVUS. Η IVUS είναι ένα απεικονιστικό εργαλείο υψηλής ανάλυσης που επιτρέπει τον ποσοτικό προσδιορισμό του στεφανιαίου αθηρώματος στις στεφανιαίες αρτηρίες.

 

Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία συμπεριλάμβαναν την υποστροφή (οποιαδήποτε μείωση από τα επίπεδα κατά την έναρξη της μελέτης) του PAV, τη μεταβολή του TAV από την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 78 και την υποστροφή (οποιαδήποτε μείωση από τα επίπεδα κατά την έναρξη της μελέτης) του TAV.

 

 

Σχετικά με το Evolocumab

 

Το Εvolocumab συνδέεται εκλεκτικά με την πρωτεΐνη PCSK9 και προλαμβάνει τη σύνδεση της κυκλοφορούσας PCSK9 με τον υποδοχέα της λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDLR) στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, προλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο τη μεσολαβούμενη από την PCSK9 αποδόμηση του LDLR. Η αύξηση των επιπέδων του LDLR στο ήπαρ οδηγεί σε σχετιζόμενες μειώσεις της LDL-χοληστερόλης (LDL-C).1

 

Η δοκιμή εκβάσεων FOURIER έχει σχεδιαστεί για την αξιολόγηση του κατά πόσον η θεραπεία με Evolocumab ή εικονικό φάρμακο, επιπροσθέτως της βελτιστοποιημένης θεραπείας στατίνης, μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβάντων σε ασθενείς με κλινικά έκδηλη αθηροσκληρωτική νόσο. Η ένταξη ασθενών στη δοκιμή ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2015. Το κύριο τελικό σημείο της δοκιμής FOURIER είναι τα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα, τα οποία ορίζονται ως το σύνθετο τελικό σημείο θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας, εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ), αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, νοσηλείας για ασταθή στηθάγχη ή επαναγγείωσης στεφανιαίων. Το βασικό δευτερεύον τελικό σημείο είναι το σύνθετο τελικό σημείο θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας, ΕΜ ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η δοκιμή έχει προγραμματιστεί να συνεχιστεί έως ότου τουλάχιστον 1.630 ασθενείς εμφανίσουν το δευτερεύον τελικό σημείο, παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο 90% ισχύ για την ανίχνευση μίας σχετικής μείωσης 15% σε αυτό το τελικό σημείο. Τα πρώτα αποτελέσματα από τη μελέτη FOURIER, στην οποία καταγράφηκαν περίπου 27.500 συμβάντα ασθενών, αναμένονται στο πρώτο τρίμηνο του 2017.

 

Το Evolocumab έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 40 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και του Καναδά, καθώς και του συνόλου των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε άλλες χώρες εκκρεμούν.

 

 

 

 

Σχετικά με την Amgen Cardiovascular

Εκμεταλλευόμενη περισσότερες από τρεις δεκαετίες πείρας στην ανάπτυξη βιοτεχνολογικών φαρμάκων για ασθενείς με σοβαρά νοσήματα, η Amgen έχει δεσμευτεί στην απάντηση σημαντικών επιστημονικών ερωτημάτων για την προώθηση της φροντίδας και τη βελτίωση της ζωής των ασθενών με καρδιαγγειακή νόσο, την κυρίαρχη αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως.2 Η έρευνα της Amgen στην καρδιαγγειακή νόσο, καθώς και στις δυνητικές θεραπευτικές επιλογές, είναι μέρος μίας αυξανόμενης εξειδίκευσης της Amgen που χρησιμοποιεί τη γενετική του ανθρώπου για την ταυτοποίηση και την επικύρωση συγκεκριμένων φαρμακευτικών στόχων. Μέσα από τις δικές της προσπάθειες έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και μέσω συνεργασιών, η Amgen οικοδομεί ένα εύρωστο χαρτοφυλάκιο καρδιαγγειακών προϊόντων, αποτελούμενο από πολλά εγκεκριμένα και ερευνητικά μόρια, σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης πολλών σημαντικών επί του παρόντος μη καλυπτόμενων αναγκών των ασθενών, όπως η υψηλή χοληστερόλη και η καρδιακή ανεπάρκεια.

 

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε τις ιστοσελίδες www.amgen.gr.

1 2 3 11